δάχτυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάχτυλο δάχτυλα
γενική δαχτύλου δαχτύλων
αιτιατική δάχτυλο δάχτυλα
κλητική δάχτυλο δάχτυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δάχτυλο < δάκτυλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈða.xti.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δάχτυλο ουδέτερο

ανθρώπινο δάχτυλο
  1. κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων
    τα πέντε δάχτυλα του χεριού
  2. μονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά
    βάλε ένα δάχτυλο κρασί

Εκφράσεις[]

  • βάζω το δάχτυλό μου: παρεμβαίνω σε μια υπόθεση χωρίς να έχω αρμοδιότητα
  • κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου: προσπαθώ να κρύψω κάτι που όλοι γνωρίζουν ή καταλαβαίνουν
  • μετριούνται στα δάχτυλα (του ενός χεριού): είναι πάρα πολύ λίγοι / λίγες / λίγα
  • όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα: όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι
  • παίζω κάτι στα δάχτυλα: γνωρίζω κάτι πολύ καλά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]