πόδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόδι πόδια
γενική ποδιού ποδιών
αιτιατική πόδι πόδια
κλητική πόδι πόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόδι < αρχαία ελληνική πούς, γενική ποδ-ός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόδι ουδέτερο

  1. άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
  2. το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο
  3. (έπιπλα, αντικείμενα) τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
  4. (γεωγραφία) επιμήκης χερσόνησος
  5. μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
  6. (σπάνιο) ομάδα συλλαβών σε ένα στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δεν σταματάει να δουλεύει!
Κάτσε να σε δούμε και λίγο, όλο στο πόδι είσαι!
  • με τα πόδια : περπατώντας
Πήγε στο σταθμό με τα πόδια
  • (μένω) στο πόδι : μένω όρθιος επειδή δεν έχω χρόνο (επειδή με χρειάζονται κάθε τόσο)
Ολόκληρη τη βραδιά την πέρασε στο πόδι.
Μόλις τον είδε, του κόπηκαν τα πόδια.
  • (μπερδεύομαι) στα πόδια (κάποιου) : είμαι διαρκώς κοντά σε κάποιον
Πήγαινε να παίξεις αντί να είσαι διαρκώς στα πόδια μου!
Άντε πάλι, ο γιος του πήρε πόδι κι από την καινούργια του δουλειά!
  • (πατάω/περπατάω) στις μύτες των ποδιών μου (ή στα νύχια μου : περπατώ προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο
Μπήκε στο δωμάτιό τους στις μύτες των ποδιών του για να μην τους ξυπνήσει.
Πάτα πόδι, μην τον αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει!
Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να βρει μια θέση στο γιο του.
  • σέρνω τα πόδια μου : περπατώ αργά επειδή είμαι πολύ κουρασμένος
Έσερνε τα πόδια του, ήταν ψόφιος απ'την κούραση!
  • το βάζω στα πόδια : φεύγω τρέχοντας επειδή φοβάμαι
Μόλις τον είδε, το έβαλε στα πόδια.
  • του έχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι : τον διευθύνει, έχει απόλυτη εξουσία πάνω του
Η γυναίκα του τούχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι!
  • το έκανε στο πόδι Δουλειές του ποδαριού : προχειροδουλειές
  • παρά πόδας: δίπλα, ένδειξη ετοιμότητας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]