τρομάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τρομάζω < μεσαιωνική ελληνική < τρόμαξα, αόριστος του τρομάσσω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /tɾɔ.ˈma.zɔ/
[
]
Ρήμα
τρομάζω
- (αμετάβατο) καταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι
- τρομάζω, όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό
- (μεταβατικό) προκαλώ τρόμο σε κάποιον, φοβίζω
- με τρόμαξε η συμπεριφορά σου!
- (+ να) δυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι
- τρόμαξε να τα καταφέρει