φοβίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φοβίζω < μτγν φοβίζω < αρχαία ελληνική φοβέω-ῶ

[] Open book 01.svg Ρήμα

φοβίζω

  • προκαλώ σε κάποιον φόβο, τον κάνω να φοβάται, εμπνέω μια φοβία
    Μη λες στα παιδιά ότι δαγκώνουν οι σκύλοι και τα φοβίζεις
    Το βλέμμα του και τα λόγια του με φόβισαν -φοβάμαι μην κάνει καμιά τρέλα
    Δεν με φοβέρισε συνειδητά, αλλά με φόβισε

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες