τρόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρόμος τρόμοι
γενική τρόμου τρόμων
αιτιατική τρόμο τρόμους
κλητική τρόμε τρόμοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τρόμος < αρχαία ελληνική τρόμος < τρέμω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τρόμος αρσενικό

  1. πολύ ισχυρός φόβος
    τον κυρίευσε τρόμος
  2. αυτός ή αυτό που προκαλεί ισχυρό φόβο, που τρομοκρατεί
    από μικρό παιδί ήταν ο φόβος και ο τρόμος του σχολείου του
  3. (ιατρική) το να τρέμει κάποιος από ψυχοσωματική ένταση ή ασθένεια· γρήγορη και σύντομη παλμική κίνηση του σώματος ή των άκρων· τρεμούλιασμα, τρεμούλα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες