μέτρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αρχαία λέξη (μέτρον)
Ουσιαστικό
μέτρο ουδέτερο
- (φυσική) η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου
- ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε
- το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...
- (μουσική) το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών)
- (μουσική) η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών. Ο παρονομαστής μας δίνει τη βασική μονάδα του μέτρου (τέταρτα ή όγδοα) και ο αριθμητής τον αριθμό των τετάρτων ή ογδόων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών
- το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8
- ενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος
- η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία
- η μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής
- μέτρον άριστον
Συγγενικές λέξεις
- μέτρημα
- μετρημένα
- μετρημένος
- μετρημός
- μέτρηση
- μετρητά
- μετρητής
- μετρητικός
- μετρητός
- μετριάζω
- μετρίαση
- μετριασμός
- μετριαστικός
- μετρικά
- μετρική
- μετρικός
- μέτριος
- μετριότητα
- μετρώ
Σύνθετα
- μετρογραφία
- μετρολογία
- μετρολογικός
- μετρολόγος
- μετρονομία
- μετρονομικός
- μετρονόμος
- μετροταινία
- μετροφωτογραφία
Μεταφράσεις
|