μέτρο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μετρό



Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρχαία λέξη (μέτρον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μέτρο ουδέτερο

  1. (φυσική) η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου
  2. ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε
    το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...
  3. (μουσική) το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών)
  4. (μουσική) η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών. Ο παρονομαστής μας δίνει τη βασική μονάδα του μέτρου (τέταρτα ή όγδοα) και ο αριθμητής τον αριθμό των τετάρτων ή ογδόων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών
    το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8
  5. ενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος
    η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία
  6. η μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής
    μέτρον άριστον

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις