έλλειψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έλλειψη | ελλείψεις |
| γενική | έλλειψης | ελλείψεων |
| ελλείψεως | ||
| αιτιατική | έλλειψη | ελλείψεις |
| κλητική | έλλειψη | ελλείψεις |
Ετυμολογία
- έλλειψη < αρχαία ελληνική ἔλλειψις
Προφορά
Ουσιαστικό
έλλειψη θηλυκό
- κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της καμπύλης αυτής
- η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού, η ανεπάρκεια
- υπάρχει έλλειψη νερού
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
- έλλειψη στη Βικιπαίδεια
