μετρική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μετρική < αρχαία ελληνική μετρική, θηλυκό του επιθέτου μετρικός
[
]
Ουσιαστικό
μετρική θηλυκό
- το σύνολο των κανόνων που διέπουν την τέχνη της στιχουργίας
- η επιστήμη που μελετά τους στιχουργικούς κανόνες και τα σχετικά με την εφαρμογή τους
[
]
Μεταφράσεις
μετρική
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
μετρική