μετρημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μετρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετρώ
Μετοχή [
]
μετρημένος, -η, -ο
- που τον έχουν μετρήσει
- που τον έχουν σκεφτεί από πριν καλά, υπολογισμένος
- τα λόγια σου να είναι λίγα και μετρημένα
- χωρίς πολλές ανέσεις ή υπερβολές
- πέρασε με το μισθό του μια μετρημένη ζωή
[
]
Μεταφράσεις [
]
μετρημένος