μετρημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μετρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετρώ

Open book 01.svg Μετοχή[]

μετρημένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν μετρήσει
  2. που τον έχουν σκεφτεί από πριν καλά, υπολογισμένος
    τα λόγια σου να είναι λίγα και μετρημένα
  3. χωρίς πολλές ανέσεις ή υπερβολές
    πέρασε με το μισθό του μια μετρημένη ζωή

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]