πλήθος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλήθος | πλήθη |
| Γενική | πλήθους | πληθών |
| Αιτιατική | πλήθος | πλήθη |
| Κλητική | πλήθος | πλήθη |
Ετυμολογία
- πλήθος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
πλήθος ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)