άνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄνθρωπος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνθρωπος άνθρωποι
γενική ανθρώπου ανθρώπων
αιτιατική άνθρωπο ανθρώπους
κλητική άνθρωπε άνθρωποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άνθρωπος < αρχαία ελληνική ἄνθρωπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈan.θɾɔ.pɔs/
Audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άνθρωπος αρσενικό και θηλυκό (διγενές μονοκατάληκτο)

  1. αυτός και αυτή που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή
    στην υφήλιο ζουν 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι
  2. ο κάθε ένας και η καθεμιά από τους κατοίκους της γης
    είδα έναν άνθρωπο αλλά δε σκέφτηκα να τον ρωτήσω
  3. αυτός και αυτή που έχει ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που τον κάνουν αποδεκτό από την κοινωνία
    επιτέλους, έγινε άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]