δευτερόλεπτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δευτερόλεπτο δευτερόλεπτα
γενική δευτερολέπτου
& δευτερόλεπτου
δευτερολέπτων
& δευτερόλεπτων
αιτιατική δευτερόλεπτο δευτερόλεπτα
κλητική δευτερόλεπτο δευτερόλεπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δευτερόλεπτο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δευτερόλεπτο ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού
  2. πολύ μικρό χρονικό διάστημα

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

32πχ Μεταφράσεις[]