μοίρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μοίρα | μοίρες |
| γενική | μοίρας | μοιρών |
| αιτιατική | μοίρα | μοίρες |
| κλητική | μοίρα | μοίρες |
Ετυμολογία [
]
- μοίρα < αρχαία ελληνική μοῖρα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μοίρα θηλυκό
- το μερίδιο, το μερτικό
- ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους
- δεν έχει στον ήλιο μοίρα
- το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό
- κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η μοίρα
- όπου φτωχός κι η μοίρα του
- (κατ' επέκταση) ο προορισμός
- (κατ' επέκταση) το τέλος ή ο θάνατος
- η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα
- μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας
- δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας
- (ανατομία) τμήμα της σπονδυλικής στήλης
- (μαθηματικά) μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου
- η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες
- (μυθολογία) μία απο τις τρείς θυγατέρες της Θέμιδος των θεσμών και του Διός/συμπαντικού νού < ΄΄Ησίοδου Θεογονία΄΄