μονάδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μονάδα | μονάδες |
| γενική | μονάδας | μονάδων |
| αιτιατική | μονάδα | μονάδες |
| κλητική | μονάδα | μονάδες |
Ετυμολογία [
]
- μονάδα < αρχαία ελληνική μονάς, ενότητα, στην αιτιατική (μονάδα)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μονάδα θηλυκό
- (μαθηματικά) ο μικρότερος ακέραιος αριθμός που επαναλαμβανόμενος σχηματίζει όλους τους άλλους ακέραιοι αριθμοί
- το σύμβολο της μονάδας είναι το 1
- κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσοτήτων
- μονάδα μήκους / βάρους / χωρητικότητας / χρόνου
- κάθε στοιχείο ενός συνόλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα
- το χωριό και η πόλη είναι οι κυριότερες οικιστικές μονάδες
- ένας τομέας δραστηριότητας
- μονάδα παραγωγής / διακίνησης / εμπορίας αγαθών
- τμήμα στρατού με αυτόνομη διοίκηση
- υπηρετεί σε μονάδα πεζικού
- ο χώρος στον οποίο έχει εγκατασταθεί μια στρατιωτική μονάδα
- τιμωρήθηκε με φυλάκιση, γιατί έλειψε αδικαιολόγητα από τη μονάδα του