μοναδικότητα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
| γενική | μοναδικότητας | μοναδικοτήτων |
| αιτιατική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
| κλητική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μοναδικότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του να είναι κάποιος μοναδικός
- η μοναδικότητα του έργου τέχνης
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μοναδικότητα