κύκλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κύκλος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύκλος | κύκλοι |
| Γενική | κύκλου | κύκλων |
| Αιτιατική | κύκλο | κύκλους |
| Κλητική | κύκλε | κύκλοι |
κύκλος αρσενικό
- (γεωμετρία) ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν συγκεκριμένη απόσταση από ένα άλλο σημείο
- κλειστή διαδρομή
- Μπορείς να κάνεις αναστροφή στην πορεία σου κάνοντας τον κύκλο της παλτείας.
- (μεταφορικά) η μετάβαση από μία αρχική κατάσταση στην ίδια πάλι κατάσταση μέσω άλλων καταστάσεων
- φαύλος κύκλος
- (συνεκδοχικά) λογοτεχνικό σχήμα κατά το οποίο η πλοκή ξεκινάει και τελειώνει με το ίδιο γεγονός