διαδρομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαδρομή διαδρομές
γενική διαδρομής διαδρομών
αιτιατική διαδρομή διαδρομές
κλητική διαδρομή διαδρομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαδρομή < αρχαία ελληνική διαδρομή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαδρομή θηλυκό

  1. το σύνολο των χώρων που περνάει κάποιος πηγαίνοντας από ένα σημείο σε ένα άλλο
  2. (συνεκδοχικά) ο χρόνος που χρειάζεται για να πάει κάποιος από ένα σημείο σε άλλο

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαδρομή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαδρομή

  1. η μετάβαση από το ένα μέρος στο άλλο
  2. (αστρονομία) η τροχιά