εγκυκλοπαίδεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκυκλοπαίδεια | εγκυκλοπαίδειες |
| Γενική | εγκυκλοπαίδειας | εγκυκλοπαιδειών |
| Αιτιατική | εγκυκλοπαίδεια | εγκυκλοπαίδειες |
| Κλητική | εγκυκλοπαίδεια | εγκυκλοπαίδειες |
Ετυμολογία
- Ελληνογενής ξένος όρος που επανεισήχθη στην Ελληνική το 1710 ως μεταφορά τού γαλλικού encyclopédie. Τον όρο έπλασαν οι Γάλλοι διαφωτιστές από το λατινικό encyclopaedia, που προέρχεται από το μεταγενέστερο ἐγκυκλοπαιδεία. Η λέξη σχηματίστηκε με συγχώνευση της αρχαίας φράσης ἐγκύκλιος παιδεία, με την οποία οι αρχαίοι αναφέρονταν στον κύκλο των βασικών γνώσεων που έπρεπε να αποκτήσει κάποιος. Στη Νέα Ελληνική έχει επικρατήσει ο προπαροξύτονος τύπος εγκυκλοπαίδεια (αντί εγκυκλοπαιδεία) κατ' αναλογίαν προς τα ουσιαστικά σε -εια, π.χ. συνέπ-εια, ευγέν-εια, ευσέβ-εια, εντέλ-εια κτλ.
- Είναι αξιοσημείωτο ότι το μεταγενέστερο ουσιαστικό ἐγκυκλοπαιδεία εθεωρείτο λανθασμένο από τους αττικιστές γραμματικούς, οι οποίοι συνέστηναν τον αρχαίο φραστικό όρο ἐγκύκλιος παιδεία.
Προφορά
Ουσιαστικό
εγκυκλοπαίδεια θηλυκό
- συλλογικό πολύτομο έργο με λήμματα σε αλφαβητική σειρά που πρoσπαθεί να αποτυπώσει το σύνολο κατά το δυνατόν της ανθρώπινης γνώσης