δακτύλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δακτύλιος δακτύλιοι
γενική δακτυλίου δακτυλίων
αιτιατική δακτύλιο δακτυλίους
κλητική δακτύλιε δακτύλιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δακτύλιος < αρχαία ελληνική δακτύλιος (δαχτυλίδι), υποκοριστικό του δάκτυλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δακτύλιος αρσενικό

  1. φυσικό σώμα με σχήμα περιφέρειας κύκλου, που μοιάζει με δαχτυλίδι
  2. νοητή κλειστή καμπύλη γραμή που ορίζεται από μια σειρά δρόμων και περικλείει τμήμα μιας πόλης
    • το κεντρικό τμήμα της πόλης της Αθήνας στο οποίο επιτρέπεται η κυκλοφορία των ιδιωτικών αυτοκινήτων εκ περιτροπής, ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού κυκλοφορίας τους
      σήμερα στον δακτύλιο κυκλοφορούν τα μονά

32πχ Μεταφράσεις[]