ρυθμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρυθμός ρυθμοί
γενική ρυθμού ρυθμών
αιτιατική ρυθμό ρυθμούς
κλητική ρυθμέ ρυθμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ρυθμός < αρχαία ελληνική ῥυθμός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɾi.ˈθmɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ρυθμός αρσενικό

  1. η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο
    ο ρυθμός της ζωής, ο ρυθμός των αλλαγών
  2. (μουσική) το τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν μουσικές ενότητες ίσης διάρκειας
    σε ρυθμό 4/4, ζωηρός ρυθμός
  3. (αρχιτεκτονική) μια τεχνοτροπία χαρακτηριστική μιας εποχής, ενός τόπου ή ενός λαού
    Δωρικός ρυθμός, Βυζαντινός ρυθμός

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες