ρυθμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρυθμός | ρυθμοί |
| Γενική | ρυθμού | ρυθμών |
| Αιτιατική | ρυθμό | ρυθμούς |
| Κλητική | ρυθμέ | ρυθμοί |
Ετυμολογία
- ρυθμός < αρχαία ελληνική ῥυθμός
Προφορά
Ουσιαστικό
ρυθμός αρσενικό
- η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο
- ο ρυθμός της ζωής, ο ρυθμός των αλλαγών
- (μουσική) το τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν μουσικές ενότητες ίσης διάρκειας
- σε ρυθμό 4/4, ζωηρός ρυθμός
- (αρχιτεκτονική) μια τεχνοτροπία χαρακτηριστική μιας εποχής, ενός τόπου ή ενός λαού
- Δωρικός ρυθμός, Βυζαντινός ρυθμός

