υποπόδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποπόδιο υποπόδια
γενική υποπόδιου υποπόδιων
αιτιατική υποπόδιο υποπόδια
κλητική υποπόδιο υποπόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποπόδιο < μεταγενέστερη ελληνική ὑποπόδιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποπόδιο ουδέτερο

ρυθμιζόμενο υποπόδιο

Εκφράσεις[]

  • έγινε υποπόδιο των ποδών του, τον έχει υποπόδιο των ποδιών του: λέγεται για κάποιον που ανέχεται κάθε εξευτελισμό

32πχ Μεταφράσεις[]