μικροσκοπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μικροσκοπικός < από το γαλλικό microscope. Από το μικρός και σκοπέω-σκοπώ.

Open book 01.svg Επίθετο[]

μικροσκοπικός, -η, -ο

  1. που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού είναι πάρα πολύ μικρός
  2. πολύ μικρότερος από το κανονικό (λέγεται για έμφαση στο μικρό μέγεθος)
    παρόλο που έχει καλό μισθό, μένει σε μικροσκοπικό διαμέρισμα με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα
  3. που γίνεται με τη χρήση μικροσκοπίου


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]