μικροσκοπικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μικροσκοπικός < από το γαλλικό microscope. Από το μικρός και σκοπέω-σκοπώ.
Επίθετο [
]
μικροσκοπικός, -η, -ο
- που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού είναι πάρα πολύ μικρός
- πολύ μικρότερος από το κανονικό (λέγεται για έμφαση στο μικρό μέγεθος)
- παρόλο που έχει καλό μισθό, μένει σε μικροσκοπικό διαμέρισμα με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα
- που γίνεται με τη χρήση μικροσκοπίου
[
]
Μεταφράσεις [
]
μικροσκοπικός