κλίση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλίση | κλίσεις |
| γενική | κλίσης | κλίσεων |
| κλίσεως | ||
| αιτιατική | κλίση | κλίσεις |
| κλητική | κλίση | κλίσεις |
Ετυμολογία
- κλίση < ελληνιστική κοινή κλίσις < κλίνω
Προφορά
Ουσιαστικό
κλίση θηλυκό
- η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας
- η πλαγιά είχε μεγάλη κλίση και μας δυσκόλεψε πολύ στην ανάβαση
- έφεση, ροπή
- έχει κλίση στα μαθηματικά
- (γραμματική) ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος
- (γραμματική) ομάδα ονομάτων με κοινές καταλήξεις και κοινό σχηματισμό των πτώσεων
- πρώτη κλίση
Μεταφράσεις
|