δυναμό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δυναμό < ....
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
δυναμό ουδέτερο άκλιτο
- συσκευή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως και τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα αυτοκινήτων
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
δυναμό