επαγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επαγωγή επαγωγές
γενική επαγωγής επαγωγών
αιτιατική επαγωγή επαγωγές
κλητική επαγωγή επαγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επαγωγή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επαγωγή θηλυκό

  1. λήψη του αποτελέσματος μιας ενέργειας μέσω συμμετοχής σε αυτήν
    επαγωγή στην υπνωτική διαδικασία
    πολιτισμική επαγωγή
  2. (νομικός όρος) λήψη του αποτελέσματος μιας δικαστική ενέργειας μέσω συμμετοχής σε αυτήν
    επαγωγή κληρονομιάς
  3. (μαθηματικά) συμπέρασμα από ειδικότερες περιπτώσεις για γενικότερη
    μαθηματική επαγωγή, τέλεια επαγωγή
  4. (φυσική) πρόκληση ηλεκτρικού ή μαγνητικού φαινομένου από ηλεκτρικό ή μαγνητικό φαινόμενο, υπάρχουν τρία είδη τέτοιας επαγωγής: η ηλεκτρική επαγωγή, η μαγνητική επαγωγή και η ηλεκτρομαγνητική επαγωγή
  5. (βιολογία) έκφραση γονιδίου με απουσία καταστολέα ή παρουσία επαγωγέα(πηγή)
  6. (βιολογία)(συνεκδοχικά) πρόκληση βιολογικού φαινομένου εξ αιτίας κάποιας επαγωγής
    επαγωγή καρκίνου
  7. (κοινωνιολογία) ανταλλαγή στοιχείων
    πολιτιστική επαγωγή, νομική επαγωγή

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Ομώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]