αγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγωγή αγωγές
γενική αγωγής αγωγών
αιτιατική αγωγή αγωγές
κλητική αγωγή αγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγωγή < ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγωγή θηλυκό

  1. διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς
  2. διαπαιδαγώγηση, δηλαδή η απόκτηση καλών τρόπων συμπαριφοράς
  3. (συνεκδοχικά) εκπαίδευση
    σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
  4. (νομικός όρος) έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
  5. (νομικός όρος) ως δικονομική έννοια αποτελεί τη διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης, ουσιαστικά όμως η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.
  6. (νομικός όρος) ένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης
  7. (συνεκδοχικά) διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
  8. (φυσική); το φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σ΄ ένα σώμα. π.χ. μιας μεταλλικής ράβδου.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]