αγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγωγή αγωγές
γενική αγωγής αγωγών
αιτιατική αγωγή αγωγές
κλητική αγωγή αγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγωγή < ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

αγωγή θηλυκό

  1. διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς
  2. διαπαιδαγώγηση, δηλαδή η απόκτηση καλών τρόπων συμπαριφοράς
  3. (συνεκδοχικά) εκπαίδευση
    σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
  4. (νομικός όρος) έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού δικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
  5. (συνεκδοχικά) διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
  6. ...

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []