αγωγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αγωγή | αγωγές |
| γενική | αγωγής | αγωγών |
| αιτιατική | αγωγή | αγωγές |
| κλητική | αγωγή | αγωγές |
Ετυμολογία [
]
- αγωγή < ἄγω
Ουσιαστικό [
]
αγωγή θηλυκό
- διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς
- διαπαιδαγώγηση, δηλαδή η απόκτηση καλών τρόπων συμπαριφοράς
- (συνεκδοχικά) εκπαίδευση
- σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
- (νομικός όρος) έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού δικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
- (συνεκδοχικά) διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
- ...
Δείτε επίσης [
]
- αγωγή στη Βικιπαίδεια
