φαινόμενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαινόμενο φαινόμενα
γενική φαινομένου φαινομένων
αιτιατική φαινόμενο φαινόμενα
κλητική φαινόμενο φαινόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαινόμενο < από το ουδέτερο της μετοχής φαινόμενος του ρήματος φαίνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φαινόμενο ουδέτερο

  1. κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές του εκδηλώσεις
    Έκτακτα καιρικά φαινόμενα προανήγγειλε η μετεωρολογική υπηρεσία.
    Η έξαρση της εγκληματικότητας είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί τις αρχές.
    Σήμερα θα μιλήσουμε για την έκθλιψη των φωνηέντων και άλλα παρόμοια γραμματικά φαινόμενα.
  2. κάτι το ασυνήθιστο, το εξαιρετικό
    Αυτό το παιδί είναι φαινόμενο. Σε ηλικία μόλις έξι ετών μιλάει τόσο καλά δύο ξένες γλώσσες.

Εκφράσεις[]

  • τα φαινόμενα απατούν: υπάρχει διαφορά σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που πραγματικά είναι
  • κατά τα φαινόμενα: απ' ό,τι φαίνεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]