φαίνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- φαίνομαι < αρχαία ελληνική φαίνομαι , μέση-παθητική φωνή του ρήματος φαίνω
[
]
Ρήμα
φαίνομαι
- είμαι ορατός, εμφανής
- κάποιος φαίνεται στον ορίζοντα
- κάνω την εμφάνισή μου
- μόλις φάνηκε ο ήλιος, ξεκίνησαν την πορεία
- Πού είναι ο Νίκος; Έχει μέρες να φανεί
- δίνω την εντύπωση
- ο Γιώργος φαίνεται άρρωστος σήμερα
- (στο γ' ενικό, απροσώπως) μου φαίνεται: για να εκφραστεί υποκειμενική ή και τελείως λανθασμένη αίσθηση ή γνώμη
- πώς σου φάνηκε το βιβλίο; (ποια είναι η γνώμη σου για το βιβλίο;)
- μου φάνηκε ότι είδα κάτι μέσα στο σκοτάδι, αλλά ήταν ο αέρας που κουνούσε τα φύλλα των δέντρων
[
] Εκφράσεις
- το είναι και το φαίνεσθαι: φιλοσοφικές έννοιες που αντιστοιχούν στην ουσία των πραγμάτων και την απατηλή αίσθηση
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- φαίνομαι, μέση-παθητική φωνή του ρήματος φαίνω
[
]
Ρήμα
φαίνομαι
- γίνομαι ορατός, έρχομαι στο φως
- εμφανίζομαι
- γεννιέμαι με κάποια ιδιότητα ή γίνομαι, αλλάζω κατάσταση
- έκ βασιλέως ἰδιώτην φανῆναι (Ξενοφών, Κύρου Ανάβασις, 7.7.28)
- δίνω την εντύπωση σε κάποιον
- (στο γ' πρόσωπο) για να εκφραστεί υποκειμενική γνώμη
[
]
Σημειώσεις
- Στη φιλοσοφία το φαίνεσθαι αντιτίθεται συχνά στο εἶναι· στο πρώτο αντιστοιχούν τα πράγματα όπως γινονται αντιληπτά από τις αισθήσεις ενώ στο δεύτερο η ουσία των πραγμάτων.
[
]
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1653-1654