φαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαίνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

φαίνω



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

φαίνω



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

φαίνω (μέσο: φαίνομαι)

  1. φέρνω στο φως, κάνω κάτι ορατό, φανερώνω
  2. φέρνω στο φως, αποκαλύπτω
  3. κάνω κάτι ξεκάθαρο, το εξηγώ
  4. καταγγέλλω σε δημόσια αρχή
  5. φέγγω, εκπέμπω φως (για τα ουράνια σώματα)
  6. Για το μέσο φαίνομαι, βλέπε το οικείο λήμμα