ἥλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ήλιος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἥλιος ἡλίω ἥλιοι
Γενική ἡλίου ἡλίοιν ἡλίων
Δοτική ἡλί ἡλίοιν ἡλίοις
Αιτιατική ἥλιον ἡλίω ἡλίους
Κλητική ἥλιε ἡλίω ἥλιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἥλιος < πιθανόν να ανάγεται στην εικαζόμενη ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sāwélios < *sóh₂wl̥, θέμα αελ και αλ και ηλ, συγγενές των ἀλέα (θερμότητα), εἵλη (ζεστασιά ήλιου), ἑλάνη (λαμπάδα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἥλιος αρσενικό ( δωρικός τύπος, αιολικός τύπος και αρκαδικός τύπος ἀέλιος, κρητικός τύπος ἀβέλιος, επικός τύπος ἠέλιος και ἅλιος)

Ἆρ' οὖν οὐ καὶ ὁ ἥλιος ὄψις μὲν οὐκ ἔστιν, αἴτιος δ' ὢν αὐτῆς ὁρᾶται ὑπ' αὐτῆς ταύτης; (Πλάτων, Πολιτεία)
οἱ ὑπὸ τοῦτον τὸν ἥλιον ἄνθρωποι (Δημοσθένης)
Ἑλλάνων δόξης δεύτερον Ἀέλιον
  • ο θεός Ήλιος, γιος του Υπερίονα
νὴ τὸν Ἥλιον (μα τον Ήλιο!)

Εκφράσεις[]