ἥλιος
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|
|
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἥλιος | ἡλίω | ἥλιοι |
| Γενική | ἡλίου | ἡλίοιν | ἡλίων |
| Δοτική | ἡλίῳ | ἡλίοιν | ἡλίοις |
| Αιτιατική | ἥλιον | ἡλίω | ἡλίους |
| Κλητική | ἥλιε | ἡλίω | ἥλιοι |
Ουσιαστικό [
]
ἥλιος αρσενικό
- ο ήλιος
- Ἆρ' οὖν οὐ καὶ ὁ ἥλιος ὄψις μὲν οὐκ ἔστιν, αἴτιος δ' ὢν αὐτῆς ὁρᾶται ὑπ' αὐτῆς ταύτης; (Πλάτων, Πολιτεία)
- ο θεός Ήλιος