induction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
induction (en)
- (λογική) επαγωγή
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| induction | inductions |
induction (fr) θηλυκό
- (λογική) η επαγωγή
-
- → βλέπε λέξη: analogie, généralisation, inférence
αντώνυμα: déduction
-
- (ηλεκτρισμός) η επαγωγή
-
- → βλέπε λέξη: inductance
-
- (βιολογία) αρχή φαινομένου με μικρή καθυστέρηση σε σχέση με την αιτία του
Συγγενικές λέξεις
- inductance
- inducteur - inductrice
- inductible
- inductif - inductive
- induction
- induire
- induit - induite