τάση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τάση < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
τάση θηλυκό
- εξέλιξη προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση
- (φυσική) δύναμη που ασκείται εκατέρωθεν σε ένα σημείο ενός νήματος
- (ηλεκτρισμός) ή ηλεκτρική τάση ή διαφορά δυναμικού
Μεταφράσεις [
]
τάση