τάση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τάση τάσεις
γενική τάσης
& τάσεως
τάσεων
αιτιατική τάση τάσεις
κλητική τάση τάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τάση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τάση θηλυκό

  1. εξέλιξη προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση
  2. (φυσική) δύναμη που ασκείται εκατέρωθεν σε ένα σημείο ενός νήματος
  3. (ηλεκτρισμός) ή ηλεκτρική τάση ή διαφορά δυναμικού


32πχ Μεταφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]