ασκώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ασκώ < αρχαία ελληνική ἀσκῶ
[
]
Ρήμα
ασκώ
[
]
- άσκηση
- ασκητεία
- ασκητεύω
- ασκητήριο (ασκητήριον)
- ασκητής - ασκήτρια
- ασκητικά (ασκητικώς)
- ασκητικός
- ασκητισμός
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
ασκώ