μπαταρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μπαταριά

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαταρία μπαταρίες
γενική μπαταρίας μπαταριών
αιτιατική μπαταρία μπαταρίες
κλητική μπαταρία μπαταρίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπαταρία < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μπαταρία θηλυκό

  1. μέσο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό μηχανές ή συσκευές
    φορτίζω τη μπαταρία του κινητού μου επειδή άδειασε
    το αυτοκίνητό μου έμεινε από μπαταρία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ηλεκτρική στήλη
  2. είδος μεγάλης βρύσης, πχ για τη μπανιέρα

[] Εκφράσεις

  • (μεταφορικά) γεμίζω τις μπαταρίες μου: ξεκουράζομαι και αναζωογονούμαι
    ευτυχώς που μετά από τόση δουλειά ήρθαν οι διακοπές και θα μπορέσουμε να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες