pile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

pile  (en)

  1. το βέλος, το βελάκι, η αιχμή
  2. ο πάσσαλος
  3. σωρός (στοίβα ή "βουναλάκι")
    a pile of stones - ένας σωρός από πέτρες

[] Open book 01.svg Ρήμα

pile  (en)

  • σχηματίζω ένα σωρό



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
pile piles

pile  (fr) θηλυκό

  1. ο σωρός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: empilement, tas
  2. η μπαταρία
  3. το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ανάγλυφη μια αναγραφή (π.χ. την αξία του νομίσματος)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: revers
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: face, avers, effigie

[] Open book 01.svg Επίρρημα

pile  (fr)

  1. ακριβώς
  2. απότομα, ξαφνικά
  3. στην ακριβή ώρα

[] Εκφράσεις

  • ça tombe pile !: ίσα ίσα στην ώρα του!
  • freiner pile: φρενάρω απότομα και ξαφνικά
  • pile à l'heure: ακριβώς στην ώρα μου
  • pile ou face: « κορόνα ή γράμματα »
  • pile-poil: ακριβώς, ίσα ίσα
  • s'arrêter pile: σταματώ απότομα
  • tomber pile: « κατά φωνή »
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες