αξία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αξία | αξίες |
| γενική | αξίας | αξιών |
| αιτιατική | αξία | αξίες |
| κλητική | αξία | αξίες |
Ετυμολογία [
]
- αξία < αρχαία ελληνική ἀξία
Ουσιαστικό [
]
αξία θηλυκό
- η τιμή προϊόντος ή υπηρεσίας
- η σπουδαιότητα και η χρησιμότητα ενός αγαθού, το πόσο αξίζει κάτι
- τώρα κατάλαβα την αξία της φιλίας
- το εύρημα είναι μεγάλης αρχαιολογικής αξίας
- πολύτιμο πνευματικό (κυρίως) ή άλλο αγαθό που λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή ενός ανθρώπου ή αναγνωρίζεται ως τέτοιο από το κοινωνικό σύνολο
- στην εποχή μας το χρήμα έχει παραμερίσει όλες τις άλλες αξίες, ακόμα και τη φιλία και την ίδια την οικογένεια
- (μουσική) η χρονική διάρκεια μιας νότας (π.χ. τέταρτο, όγδοο)
- τίτλοι όπως μετοχές, ομόλογα κλπ
- χρηματιστήριο αξιών
[
]
→ δείτε τη λέξη: άξιος