διάρκεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάρκεια διάρκειες
γενική διάρκειας
αιτιατική διάρκεια διάρκειες
κλητική διάρκεια διάρκειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διάρκεια < μεταγενέστερη ελληνική διάρκεια < αρχαία ελληνική διαρκής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διάρκεια θηλυκό

  1. η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι
    Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα πολύ άγχος.
  2. η έκταση ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος
    Η ταινία έχει διάρκεια 93 λεπτά.
  3. διαρκείας: αυτός που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά
    Εισιτήριο διαρκείας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]