παύση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παύση | παύσεις |
| γενική | παύσης | παύσεων |
| παύσεως | ||
| αιτιατική | παύση | παύσεις |
| κλητική | παύση | παύσεις |
Ετυμολογία
- παύση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
παύση θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)