παύση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παύση παύσεις
γενική παύσης
& παύσεως
παύσεων
αιτιατική παύση παύσεις
κλητική παύση παύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παύση < αρχαία ελληνική παῦσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpaf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παύση θηλυκό

  1. η διακοπή, το σταμάτημα μιας ενέργειας
  2. (ειδικότερα) η διακοπή της ομιλίας
  3. (μουσική) φθογγόσημο που δηλώνει ότι για ορισμένο χρόνο δεν ακούγεται καμία νότα
  4. (παρωχημένο) παύσεις: οι σχολικές διακοπές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]