διακοπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διακοπή | διακοπές |
| γενική | διακοπής | διακοπών |
| αιτιατική | διακοπή | διακοπές |
| κλητική | διακοπή | διακοπές |
Ετυμολογία [
]
- διακοπή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
διακοπή θηλυκό
- η ενέργεια του διακόπτω
- η διακοπή της συνεδρίασης
- το αποτέλεσμα του διακόπτω
- (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη: διακοπές
Μεταφράσεις [
]
διακοπή
|
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- διακοπή < διακόπτω
Ουσιαστικό [
]
διακοπή θηλυκό
- το κόψιμο σε δύο μέρη
- (συνεκδοχικά) στενό πέρασμα, στη στεριά ή τη θάλασσα, ανάμεσα σε βουνά