διακοπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διακοπή διακοπές
γενική διακοπής διακοπών
αιτιατική διακοπή διακοπές
κλητική διακοπή διακοπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακοπή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακοπή θηλυκό

  1. η ενέργεια του διακόπτω
    η διακοπή της συνεδρίασης
    • η προσπάθεια να αποβάλει κάποιος μια βλαβερή συνήθεια
      η διακοπή του καπνίσματος (το κόψιμο)
    • διακοπή κύησης: η άμβλωση
  2. το αποτέλεσμα του διακόπτω
    • ανωμαλία ή βλάβη
      η απεργία της ΔΕΗ προκάλεσε πολλές διακοπές ρεύματος
  3. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη: διακοπές

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακοπή < διακόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακοπή θηλυκό

  1. το κόψιμο σε δύο μέρη
  2. (συνεκδοχικά) στενό πέρασμα, στη στεριά ή τη θάλασσα, ανάμεσα σε βουνά