αξίωμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αξίωμα | αξιώματα |
| γενική | αξιώματος | αξιωμάτων |
| αιτιατική | αξίωμα | αξιώματα |
| κλητική | αξίωμα | αξιώματα |
[
]
Ετυμολογία
- αξίωμα < αρχαία ελληνική ἀξίωμα
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ˈksi.ɔ.ma/
[
]
Ουσιαστικό
αξίωμα ουδέτερο
- θέση σε ιεραρχία, συνήθως όχι η κατώτερη
- (μαθηματικά), (λογική), (φιλοσοφία) πρόταση η οποία δεν αποδεικνύεται αλλά τη δεχόμαστε σαν αληθινή
[
]
Μεταφράσεις
λογική, μαθηματικά