δυναμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυναμικός δυναμική δυναμικό
γενική δυναμικού δυναμικής δυναμικού
αιτιατική δυναμικό δυναμική δυναμικό
κλητική δυναμικέ δυναμική δυναμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυναμικοί δυναμικές δυναμικά
γενική δυναμικών δυναμικών δυναμικών
αιτιατική δυναμικούς δυναμικές δυναμικά
κλητική δυναμικοί δυναμικές δυναμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναμικός < ελληνιστική κοινή δυναμικός < αρχαία ελληνική δύναμις < δύναμαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυναμικός, -ή, -ό

  1. που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
  2. που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξελικτικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: στατικός
  3. που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]