βατ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βατ < αγγλική watt, από το όνομα του Σκοτσέζου μηχανικού James Watt (Τζέιμς Βαττ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βατ ουδέτερο άκλιτο

  1. (φυσική) η μονάδα της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 joule ανά δευτερόλεπτο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • βατ στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

32πχ Μεταφράσεις[]