κράτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κράτος | κράτη |
| γενική | κράτους | κρατών |
| αιτιατική | κράτος | κράτη |
| κλητική | κράτος | κράτη |
Ετυμολογία [
]
- κράτος < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κράτος ουδέτερο
- συγκροτημένη πολιτική οντότητα με συγκεκριμένα σύνορα
- Το κράτος της Ελλάδας καταλαμβάνει περίπου 130.000 τ.χμ.
- οι πολίτες που ζουν σε αυτήν την έκταση
- η εξουσία
Εκφράσεις [
]
[
]
Δείτε επίσης [
]
- κράτος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
κράτος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κράτος | κράτει | κράτη |
| Γενική | κράτους | κρατοῖν | κρατῶν |
| Δοτική | κράτει | κρατοῖν | κράτεσι |
| Αιτιατική | κράτος | κράτει | κράτη |
| Κλητική | κράτος | κράτει | κράτη |
Ουσιαστικό [
]
κράτος ουδέτερο
- η ισχύς