κρατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κρατέω, κρατῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρατώ < αρχαία ελληνική κρατέω-ῶ < κράτος

Open book 01.svg Ρήμα[]

κρατώ και κρατάω, παθητικό: κρατιέμαι και κρατούμαι

  1. έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχωστη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
    κρατάω το σχοινί
    κρατάω αρκετά χρήματα
    κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)
    κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του
    τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)
    κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4
    θα σας κρατήσω θέση
    δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")
    μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;
  2. (μεταφορικά) αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ
    κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
    το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη
    κρατιέται καλά παρά την ηλικία του
    η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα
  3. διαρκώ
    πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
  4. κατάγομαι
  5. η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
  6. κρατιέμαι : συγκρατούμαι και κρατάω κάτι με το χέρι μου ή έχω αρπαχτεί από κάπου
    όταν έχει λεφτά, δεν κρατιέται, τα ξοδεύει αλόγιστα
    κρατιέται από μια κλωστή (ίσα που αντέχει)
    κρατιούνται χέρι-χεράκι
  7. κρατούμαι: είμαι κρατούμενος
    κρατείται στην Ασφάλεια Αττικής ως ύποπτος

Εκφράσεις[]

  • καλά κρατεί: για κάτι που διαρκεί, που εξακολουθεί και γίνεται, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε
    Το πάρτι σπατάλης καλά κρατεί (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 3/4/2011)
  • κράτει οι μηχανές: παράγγελμα πλοιάρχου για να ακινητοποιηθεί το πλοίο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]