[
]
- κρατώ < αρχαία ελληνική κρατέω-ῶ < κράτος
κρατώ και κρατάω, παθητικό: κρατιέμαι και κρατούμαι
- έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχωστη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
- κρατάω το σχοινί
- κρατάω αρκετά χρήματα
- κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)
- κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του
- τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)
- κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4
- θα σας κρατήσω θέση
- δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")
- μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;
- (μεταφορικά) αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ
- κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
- το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη
- κρατιέται καλά παρά την ηλικία του
- η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα
- διαρκώ
- πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
- κατάγομαι
- η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
- κρατιέμαι : συγκρατούμαι και κρατάω κάτι με το χέρι μου ή έχω αρπαχτεί από κάπου
- όταν έχει λεφτά, δεν κρατιέται, τα ξοδεύει αλόγιστα
- κρατιέται από μια κλωστή (ίσα που αντέχει)
- κρατιούνται χέρι-χεράκι
- κρατούμαι: είμαι κρατούμενος
- κρατείται στην Ασφάλεια Αττικής ως ύποπτος
Εκφράσεις [
]
- καλά κρατεί: για κάτι που διαρκεί, που εξακολουθεί και γίνεται, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε
- Το πάρτι σπατάλης καλά κρατεί (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 3/4/2011)
- κράτει οι μηχανές: παράγγελμα πλοιάρχου για να ακινητοποιηθεί το πλοίο
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
κρατήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
κρατώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
κρατώ, κρατάω |
κρατάς |
κρατά, κρατάει |
κρατούμε, κρατάμε |
κρατάτε |
κρατούν, κρατάν(ε) |
| παρατατικός |
κρατούσα |
κρατούσες |
κρατούσε |
κρατούσαμε |
κρατούσατε |
κρατούσαν(ε) |
| αόριστος |
κράτησα |
κράτησες |
κράτησε |
κρατήσαμε |
κρατήσατε |
κράτησαν (κρατήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα κρατώ, κρατάω |
θα κρατάς |
θα κρατά, κρατάει |
θα κρατούμε, κρατάμε |
θα κρατάτε |
θα κρατούν, κρατάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα κρατήσω |
θα κρατήσεις |
θα κρατήσει |
θα κρατήσουμε |
θα κρατήσετε |
θα κρατήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω κρατήσει |
έχεις κρατήσει |
έχει κρατήσει |
έχουμε κρατήσει |
έχετε κρατήσει |
έχουν κρατήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω κρατημένο |
έχεις κρατημένο |
έχει κρατημένο |
έχουμε κρατημένο |
έχετε κρατημένο |
έχουν κρατημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα κρατήσει |
είχες κρατήσει |
είχε κρατήσει |
είχαμε κρατήσει |
είχατε κρατήσει |
είχαν κρατήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα κρατημένο |
είχες κρατημένο |
είχε κρατημένο |
είχαμε κρατημένο |
είχατε κρατημένο |
είχαν κρατημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω κρατήσει |
θα έχεις κρατήσει |
θα έχει κρατήσει |
θα έχουμε κρατήσει |
θα έχετε κρατήσει |
θα έχουν κρατήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω κρατημένο |
θα έχεις κρατημένο |
θα έχει κρατημένο |
θα έχουμε κρατημένο |
θα έχετε κρατημένο |
θα έχουν κρατημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να κρατώ, κρατάω |
να κρατάς |
να κρατά, κρατάει |
να κρατούμε, κρατάμε |
να κρατάτε |
να κρατούν, κρατάν(ε) |
| αόριστος |
να κρατήσω |
να κρατήσεις |
να κρατήσει |
να κρατήσουμε |
να κρατήσετε |
να κρατήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω κρατήσει |
να έχεις κρατήσει |
να έχει κρατήσει |
να έχουμε κρατήσει |
να έχετε κρατήσει |
να έχουν κρατήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω κρατημένο |
να έχεις κρατημένο |
να έχει κρατημένο |
να έχουμε κρατημένο |
να έχετε κρατημένο |
να έχουν κρατημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
κράτα |
|
|
κρατάτε |
|
| αόριστος |
|
κράτησε |
|
|
κρατήστε |
|
|
κρατώ
- αγγλικά : hold (en) , hang onto (en) , retain (en) , keep (en) , maintain (en) , have (en)
- αγγλοσαξονικά : healdan (ang)
- αφρικάανς : hou (af) , behou (af) , vashou (af)
- σκωτικά γαελικά : cum (gd)
- γαλλικά : tenir (fr) , prendre (fr) , vouloir (fr)
- γερμανικά : halten (de) , aufhalten (de) , anhalten (de) , verhalten (de)
- δανικά : bevare (da) , holde (da)
- εσπεράντο : teni (eo)
- ζουλού : -bamba (zu)
- ισπανικά : tener (es)
- ιταλικά : tenere (it)
- καταλανικά : aguantar (ca) , tenir (ca) , mantenir (ca) , retenir (ca) , sostenir (ca) , suportar (ca)
- λατινικά : habere (la) , tenere (la)
|
|
- μαλαισιακά : memegang (ms) , pegang (ms)
- ολλανδικά : houden (nl) , bijhouden (nl) , vasthouden (nl)
- ουγγρικά : tartani (hu)
- παπιαμέντο : nister , tene
- πολωνικά : trzymać (pl)
- πορτογαλικά : manter (pt) , segurar (pt) , sustenar (pt) , ter (pt) , conservar (pt) , guardar (pt)
- ρουμανικά : ține (ro)
- σράναν : ori
- σουηδικά : behålla (sv) , hålla (sv)
- φιλιππινέζικα : itagò (tl)
- τουρκικά : tutmak (tr)
- φεροϊκά : halda (fo) , taka um (fo)
- φινλανδικά : pitää (fi)
- φριζικά : hâlde (fy)
|