κοιλότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοιλότητα κοιλότητες
γενική κοιλότητας κοιλοτήτων
αιτιατική κοιλότητα κοιλότητες
κλητική κοιλότητα κοιλότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοιλότητα < αρχαία ελληνική κοιλότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοιλότητα θηλυκό

  1. η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος
  2. (ανατομία) κοίλη περιοχή του σώματος, ιδίως αυτή που περιέχει εσωτερικά όργανα
  3. (μαθηματικά) η ιδιότητα μιας κοίλης συνάρτησης

32πχ Μεταφράσεις[]