πηγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πυγή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηγή πηγές
γενική πηγής πηγών
αιτιατική πηγή πηγές
κλητική πηγή πηγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πηγή < αρχαία ελληνική πηγή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pi.ˈʝi/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πηγή θηλυκό

  1. (γεωγραφία) φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό
    θερμές πηγές, ιαματικές πηγές, μεταλλικές πηγές
  2. τόπος ή σημείο από το οποίο κάτι προέρχεται ή έχει τις ρίζες του
    η πηγή της νόσου ανιχνεύτηκε σε ένα αγρόκτημα...
  3. η αιτία
    τα χρήματα μπορεί να μην είναι η πηγή της ευτυχίας, αλλά πρέπει τουλάχιστον να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του καθενός
  4. κείμενο ή πρόσωπο που διαδίδει πληροφορίες
    αναφέρθηκε σε συμπεράσματα από άλλα πειράματα χωρίς να βάλει την πηγή

32πχ Μεταφράσεις[]