πηγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγή | πηγές |
| Γενική | πηγής | πηγών |
| Αιτιατική | πηγή | πηγές |
| Κλητική | πηγή | πηγές |
Ετυμολογία
- πηγή < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
πηγή θηλυκό
- (γεωγραφία) Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Ομώνυμα
Μεταφράσεις
|
|