πηγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πηγή | πηγές |
| γενική | πηγής | πηγών |
| αιτιατική | πηγή | πηγές |
| κλητική | πηγή | πηγές |
[
]
Ετυμολογία
- πηγή < αρχαία ελληνική πηγή
[
]
Ουσιαστικό
πηγή θηλυκό
- (γεωγραφία) φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό
- θερμές πηγές, ιαματικές πηγές, μεταλλικές πηγές
- τόπος ή σημείο από το οποίο κάτι προέρχεται ή έχει τις ρίζες του
- η πηγή της νόσου ανιχνεύτηκε σε ένα αγρόκτημα...
- η αιτία
- τα χρήματα μπορεί να μην είναι η πηγή της ευτυχίας, αλλά πρέπει τουλάχιστον να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του καθενός
- κείμενο ή πρόσωπο που διαδίδει πληροφορίες
- αναφέρθηκε σε συμπεράσματα από άλλα πειράματα χωρίς να βάλει την πηγή
[
]
[
]
Μεταφράσεις
πηγή
|
|