κεφάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κεφάλι < αρχαία ελληνική κεφαλή
Ουσιαστικό
κεφάλι ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Εκφράσεις
- μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει