κεφάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφάλι | κεφάλια |
| γενική | κεφαλιού | κεφαλιών |
| αιτιατική | κεφάλι | κεφάλια |
| κλητική | κεφάλι | κεφάλια |
Ετυμολογία [
]
- κεφάλι < αρχαία ελληνική κεφαλή
Ουσιαστικό [
]
κεφάλι ουδέτερο
- το επάνω άκρο του ανθρώπινου σώματος, το οποίο στηρίζεται στον κορμό με το λαιμό
- μέτρο σύγκρισης ύψους
- Του ρίχνει ένα κεφάλι (είναι περίπου 30 εκατοστά ψηλότερος)
- αριθμός ζώων σε κοπάδια ή ανθρώπων σε συνεστίαση
- έχει τριάντα κεφάλια (γελάδια κ.λπ.)
- Πρέπει να κλείσω τραπέζια στο μαγαζί, πόσα κεφάλια να τους πω να λογαριάσουν;
- ο εγκέφαλος, η πνευματική κατάσταση, η σκέψη
- Δεν θα συμμετάσχω, γιατί θέλω το κεφάλι μου ήσυχο
- Θα κάνει του κεφαλιού του
- ο έξυπνος άνθρωπος, συνήθως με το επίθετο μεγάλο
- Ο Κώστας είναι μεγάλο κεφάλι
- η εξουσία, οι επικεφαλής κυριολεκτικά, ειρωνικά ή επικριτικά (με μομφή αναξιότητας της εξουσίας ή αδυναμίας του εξουσιαζομένου), με το ίδιο επίθετο μεγάλο
- Τι να κάνουμε εμείς για την κρίση, εδώ αποφασίζουν τα μεγάλα κεφάλια
- κάτι στρογγυλό
- ένα κεφάλι τυρί, το κεφάλι της καρφίτσας
Εκφράσεις [
]
- βάζω/κόβω το κεφάλι μου:είμαι εντελώς σίγουρος,
- κάνω/φτιάχνω κεφάλι: μεθάω ή μαστουρώνω
- κάνω του κεφαλιού μου: κάνω παράλογα πράγματα ή σε αντίθεση με τα αποφασισμένα
- κόβει το κεφάλι κάποιου: είναι έξυπνος
- αφού κατάφερες και το έλυσες αυτό πάει να πει πως κόβει το κεφάλι σου
- πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι:
- σηκώνω κεφάλι:
- αντιδρώ, επαναστατώ
- πολλές φορές σήκωσαν κεφάλι ενάντια στο κράτος γυρεύοντας όλο και περισσότερα προνόμια και μισθούς
- σταματάω κάτι που κάνω για πολύ ώρα χωρίς διαλείμματα
- δεν έχει σηκώσει κεφάλι από το πλέξιμο από την ώρα που της είπαν ότι το πλεκτό είναι για τον εγγονό της
- αντιδρώ, επαναστατώ
- σπάω το κεφάλι μου: προσπαθώ επίμονα να σκεφτώ ή να θυμηθώ κάτι
- σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ που άφησα τα εισιτήρια
- σπάω το κεφάλι κάποιου:
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
τμήμα ζώντος οργανισμού