εγκέφαλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εγκέφαλος | εγκέφαλοι |
| γενική | εγκεφάλου | εγκεφάλων |
| αιτιατική | εγκέφαλο | εγκεφάλους |
| κλητική | εγκέφαλε | εγκέφαλοι |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛŋ.ˈɟɛ.fa.lɔs/
Ουσιαστικό [
]
εγκέφαλος αρσενικό
- το όργανο του ανθρώπου και των άλλων ζώων που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, δέχεται και επεξεργάζεται τα σήματα των αισθητήριων οργάνων και ελέγχει μέσω του κεντρικού νευρικού συστήματος τη λειτουργία των υπόλοιπων οργάνων
- κάποιος άνθρωπος με πολύ ανεπτυγμένη νοημοσύνη
- ο άνθρωπος που συλλαμβάνει και κατευθύνει την εκτέλεση μιας επιχείρησης, σχεδίου κλπ, ο ιθύνων νους
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που τρέχει ένα λογισμικό και κατευθύνει τη λειτουργία ενός μηχανήματος (κυρίως αυτοκινήτου)
[
]
Σύνθετα [
]
Πολυλεκτικοί όροι [
]
Δείτε επίσης [
]
- εγκέφαλος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
εγκέφαλος