κεφαλή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφαλή | κεφαλές |
| γενική | κεφαλής | κεφαλών |
| αιτιατική | κεφαλή | κεφαλές |
| κλητική | κεφαλή | κεφαλές |
Ετυμολογία [
]
- κεφαλή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κεφαλή θηλυκό
- το κεφάλι
- ο αρχηγός, ο επικεφαλής
- το πιο σημαντικό μέρος μιας ομάδας η ενός αντικειμένου
- το εξάρτημα που διαβάζει ή γράφει σε ηλεκτρονικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για εγγραφή ή αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας (πικάπ, βίντεο κλπ)
Εκφράσεις[
]
Μεταφράσεις[
]
τμήμα του οργανισμού ανθρώπων και ζώων
|
→ δείτε τη λέξη: κεφάλι |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
κεφαλή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κεφαλή θηλυκό
- κεφαλή