εξάρτημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
| Γενική | εξαρτήματος | εξαρτημάτων |
| Αιτιατική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
| Κλητική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
Ετυμολογία
- εξάρτημα < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈksaɾ.ti.ma/
Ουσιαστικό
εξάρτημα
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)